Στο Αγρίνιο η δίκη για την πολυμελή εγκληματική οργάνωση που εξαπάτησε πολίτες σε όλη την Ελλάδα

 


Η υπόθεση αυτή ήρθε στο φως ύστερα από καταγγελίες θυμάτων και από τις επισυνδέσεις τηλεφώνων των κατηγορουμένων για απάτες μεγάλης κλίμακας που γινόταν τα έτη 2018 και 2019 σε βάρος πολιτών σε όλη την χώρα και συγκεκριμένα στο Μεσολόγγι, στο Αιτωλικό, στο Αγρίνιο, στο Αίγιο, στην Κέρκυρα, στην Κεφαλλονιά, στα Ιωάννινα, στη Θεσσαλία, στην Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, στην Εύβοια, στην Αττική, στην Λακωνία, στην Αρκαδία, στη Μυτιλήνη, στην Κρήτη, στις Κυκλάδες, στην Ρόδο, στην Κω και σε άλλα νησιά στα Δωδεκάνησα.

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα βαριές όπως διεύθυνση, συμμετοχή και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, απάτες σε βαθμό κακουργήματος.
Στη δίκη που αναμένεται με ενδιαφέρον η εξέλιξη της αποδεικτικής διαδικασίας κυρίως οι απολογίες των κατηγορουμένων και οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης.

Ως συνήγοροι εκπροσωπούν τους κατηγορουμένους γνωστοί Δικηγόροι από όλη την Ελλάδα και από τη πόλης του Αγρινίου εκ των οποίων ο γνωστός Δικηγόρος Παρ Αρείω Πάγω Παντελής Α. Βαμβακάς ο οποίος υπερασπίζεται ηγετικά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, που προς το παρόν δεν θέλησε να κάνει καμία δήλωση για την εξέλιξη της εκδίκασης της υπόθεσης.

Η εξάρθρωση της πολυμελούς εγκληματικής οργάνωσης που ενέχεται στη συστηματική διάπραξη εξαπατήσεων σε όλη την Ελλάδα, είχε γίνει τον Ιούνιο του 2019 και σύμφωνα με τις τότε ανακοινώσεις είχαν εξιχνιαστεί 65 περιπτώσεις εξαπατήσεων, που διέπραξαν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης σε βάρος πολιτών. Είχαν συλληφθεί 15 μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και ο 49χρονος σήμερα αρχηγός της, ο οποίος ήταν έγκλειστος φυλακών για παρόμοια αδικήματα.

Είχαν ταυτοποιηθεί επίσης τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας 47 περιφερειακών μελών της οργάνωσης και πιο συγκεκριμένα 24 ανδρών και 23 γυναικών, που βαρύνονται με τα αδικήματα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και της συνέργειας σε απάτες.

Ο τρόπος δράσης της οργάνωσης
Ως προς τον τρόπο δράσης της εγκληματικής οργάνωσης, από την ενδελεχή έρευνα των αστυνομικών του Τμήματος Ασφαλείας Μεσολογγίου είχαν προκύψει τα εξής:

Ο 42χρονος αρχηγός αφού λάμβανε από τα υπόλοιπα βασικά μέλη της οργάνωσης τα στοιχεία και τα τηλέφωνα των υποψηφίων θυμάτων, επικοινωνούσε μαζί τους και παρουσιαζόταν συνήθως ως διευθυντής τραπεζικού καταστήματος, ενημερώνοντάς τους ότι είναι δικαιούχοι σημαντικών χρηματικών ποσών, προερχόμενων από:
• προγράμματα Ευρωπαϊκών επιδοτήσεων (ΕΣΠΑ) για ανακαίνιση τουριστικών καταλυμάτων
• για συντήρηση ιερών ναών
• αναδρομικά του Ταμείου κληρικών (πρώην ΤΑΚΕ),
• επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια αποκατάστασης καταστροφών σε οικίες και επιχειρήσεις σε σεισμόπληκτες περιοχές.

Στη συνέχεια με το πρόσχημα πληρωμής σχετικών φόρων από τα θύματα και αναφέροντάς τους παράλληλα ότι η προθεσμία ανάληψης των χρηματικών ποσών των επιδοτήσεων έχει λήξει προ αρκετού καιρού και ότι μέσα στην ίδια μέρα θα πραγματοποιηθεί η οριστική διαγραφή τους, τους έπειθε να καταθέτουν μεγάλα χρηματικά ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς.

Επιπλέον, ο αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης συντόνιζε και κατηύθυνε τα βασικά μέλη της, σε ότι αφορά τον εντοπισμό και την στρατολόγηση στις τάξεις της οργάνωσης των περιφερειακών μελών, που προέρχονταν κυρίως από περιοχές των Νομών της Αττικής και της Ηλείας.

Στη συνέχεια έπειθαν τα περιφερειακά μέλη να χρησιμοποιούν ή εάν δεν διαθέτουν να δημιουργούν τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομά τους, για να πραγματοποιούνται οι καταθέσεις των χρηματικών ποσών από τους εξαπατημένους επιχειρηματίες, ιερείς και πολίτες προκειμένου να μην είναι ανιχνεύσιμα με αυτό τον τρόπο τα δικά τους στοιχεία.

Για την επικοινωνία με τα μέλη της οργάνωσης και τα θύματα, ο 42χρονος είχε εισάγει παράνομα μέσα στις φυλακές που κρατούνταν, τουλάχιστον έξι συσκευές κινητών τηλεφώνων και τουλάχιστον δέκα (10) κάρτες συνδέσεων sim, με στοιχεία κατόχων αλλοδαπών, υπηκόων τρίτων χωρών, προκειμένου να μην εντοπίζεται εύκολα.

Από την περαιτέρω έρευνα προέκυψε ότι ορισμένα από τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης προσπάθησαν να νομιμοποιήσουν τα χρήματα που αποκόμισαν από την παράνομη δράση τους, ιδρύοντας εμπορικές επιχειρήσεις και καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, ενώ παράλληλα ενδιαφέρονταν για την αγορά αυτοκίνητων μεγάλης αξίας

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια